φανός

φανός
ο
1) фонарь;

φανός αυτοκινήτου — фара;

μαγικός φανός — волшебный фонарь;

κινεζικός φανός — китайский фонарик;

2) маяк;
3) факел;

§ μετά φανών και λαμπάδων — с факелами и свечами, торжественно


Νέα ελληνική-Ρωσικά λεξικό. . 1980.

Игры ⚽ Нужен реферат?

Смотреть что такое "φανός" в других словарях:

  • Φανός — shining masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Φᾶνος — masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • φανός — I Το μεγαλύτερο νησί της συστάδας των Οθωνών. Bλ. λ. Οθωνοί. II Όνομα 2 οικισμών. 1. Ορεινός οικισμός (υψόμ. 650 μ.) του νομού Φλώρινας. Είναι έδρα του ομώνυμου δήμου (13 τ. χλμ.). 2. Ημιορεινός οικισμός (υψόμ. 375), στην επαρχία Παιονίας του… …   Dictionary of Greek

  • φανός — φᾱνός , φανός 1 shining masc nom sg φᾱνός , φανός 2 shining masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • φανός — ο 1. υαλόφραχτο σκεύος μέσα στο οποίο υπάρχει λυχνία, κερί ή άλλου είδους φως, το φανάρι. 2. φάρος σε λιμάνι. 3. η φωτιά που ανάβεται το βράδυ της 23ης Ιουνίου, παραμονή της γιορτής του Αϊ Γιάννη …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • Φανοῖς — Φανός shining masc dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Φανοί — Φανός shining masc nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Φανοῦ — Φανός shining masc gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Φανούς — Φανός shining masc acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Φανῶ — Φανός shining masc gen sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Φανῷ — Φανός shining masc dat sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)


Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»